- δουλοπόνηρος
- δουλο-πόνηρος, schlecht wie ein Sklave
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
δουλοπόνηρον — δουλοπόνηρος bad like a slave s masc/fem acc sg δουλοπόνηρος bad like a slave s neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)